Thymele Logo
Search

σαδομαζοχιστικές πρακτικές [ουσ. θηλ.]

Articles Icon 3
Videos Icon 4
Videos Icon 8
[1]

Ορισμός

Αισθητική και επιτελεστική πρακτική η οποία διερευνά, εντός συναινετικού και τελετουργικά οριοθετημένου πλαισίου, τις σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής, την ερωτική διάσταση της εξουσίας και τα σωματικά, συναισθηματικά και ψυχολογικά όρια των συμμετεχόντων και των συμμετεχουσών.

Ανάπτυξη

Οι σαδομαζοχιστικές πρακτικές συγκροτούν ένα επιτελεστικό πεδίο στο οποίο ο πόνος, ο περιορισμός και η ασυμμετρία εξουσίας τελούνται με τη ρητή συναίνεση όλων των μερών. Η ονομασία παραπέμπει στον μαρκήσιο Donatien Alphonse François de Sade [Ντονασιάν Αλφόνς Φρανσουά ντε Σαντ] και τον Leopold von Sacher-Masoch [Λέοπολντ φον Ζάχερ-Μάζοχ], από τα έργα των οποίων ο Richard von Krafft-Ebing [Ρίχαρντ φον Κραφτ-Έμπινγκ] άντλησε το 1886 τους κλινικούς όρους «σαδισμός» και «μαζοχισμός». Στη σύγχρονη χρήση οι πρακτικές αυτές συνοψίζονται στο αρκτικόλεξο BDSM: bondage (δέσιμο), discipline (πειθαρχία), dominance (κυριαρχία), submission (υποταγή), sadism (σαδισμός), masochism (μαζοχισμός). Το καθοριστικό τους γνώρισμα είναι η προδιαπραγμάτευση: ρόλοι, κλίμακα έντασης, διάρκεια και συνθηματική λέξη διακοπής ορίζονται πριν από τη δράση και μετατρέπουν τη βία σε κωδικοποιημένο παίγνιο.


Η ιστορία των παραστατικών τεχνών προσφέρει στις σαδομαζοχιστικές πρακτικές ένα απόθεμα εικόνων, χωρίς να αποτελεί τη γενεαλογία τους. Τα ρωμαϊκά θεάματα της αρένας, τα μαρτυρολόγια των μεσαιωνικών μυστηρίων και οι αυτοτιμωρητικές πομπές των μαστιγοφόρων εγκαθίδρυσαν την πρώτη μεγάλη σκηνοθεσία του βασανιζόμενου σώματος ενώπιον κοινού. Στα θεάματα αυτά όμως ο πόνος επιβαλλόταν από τον νόμο ή την εξουσία σε σώματα που δεν τον είχαν επιλέξει. Η σαδομαζοχιστική επιτέλεση αναστρέφει ακριβώς αυτό το σχήμα: οικειοποιείται την εικονογραφία της τιμωρίας (δεσμά, ικρίωμα, μαστίγιο, μάσκα) και την επανασημασιοδοτεί, καθώς ο πόνος αναλαμβάνεται εκουσίως και ο έλεγχος παραμένει, τυπικά, στο υποτασσόμενο μέρος. Η ιστορική συνέχεια αφορά συνεπώς τη θεαματικότητα και τη σκηνοθεσία του πάσχοντος σώματος, ενώ η ρήξη αφορά τη συναίνεση.


Η ψυχολογική ερμηνεία αποτελεί ισότιμο άξονα κατανόησης. Ο Sigmund Freud [Ζίγκμουντ Φρόυντ] συνέδεσε τον σαδισμό και τον μαζοχισμό ως αντιστρέψιμα ζεύγη ενορμήσεων, ενώ ο Gilles Deleuze [Ζιλ Ντελέζ] κατέδειξε ότι πρόκειται για δύο αυτοτελείς λογικές: ο μαζοχισμός οργανώνεται γύρω από τη σύμβαση, την αναμονή και την τελετουργία, στοιχεία κατεξοχήν επιτελεστικά. Η ψυχολογία της επιτέλεσης εντοπίζει επίσης τη μεταβατική εμπειρία του υποτασσόμενου μέρους, την προσωρινή αποδέσμευση από την ευθύνη και την ταυτότητα, καθώς και τη φάση αποκλιμάκωσης που ακολουθεί τη δράση. Η κοινωνιολογική έρευνα κατέγραψε παράλληλα τη μετατόπιση από την παθολογικοποίηση προς την κατανόηση των πρακτικών ως συναινετικού παιγνίου ρόλων, μετατόπιση που αποτυπώθηκε και στις αναθεωρήσεις των διαγνωστικών εγχειριδίων.


Στις παραστατικές τέχνες το θεωρητικό υπόβαθρο για τη σκηνική διαχείριση της βίας το έθεσε ο Antonin Artaud [Αντονέν Αρτώ]. Στο θέατρο της σκληρότητας η σκληρότητα σημαίνει αυστηρότητα, αδυσώπητη αναγκαιότητα και μεθοδική εφαρμογή, όχι αιματοχυσία ούτε σαδισμό. Ο Artaud αξίωσε μια σκηνή που ενεργεί απευθείας επάνω στα νεύρα του κοινού, καταργεί την προστατευτική απόσταση και επαναφέρει την τελετουργία στο κέντρο της παράστασης, όπως επιχείρησε το 1935 με το δράμα Les Cenci [Οι Τσέντσι], τη μοναδική ολοκληρωμένη εφαρμογή της θεωρίας του. Η κληρονομιά αυτή τροφοδότησε τη σαδομαζοχιστική επιτέλεση της δεκαετίας του 1970 και προσέφερε στο σύγχρονο θέατρο μία τυπολογία της τελετουργικής δοκιμασίας επί σκηνής.


Ως θέμα, ο σαδομαζοχισμός διαπερνά τη νεότερη δραματουργία. Το Marat/Sade [Μαρά/Σαντ] του Peter Weiss [Πέτερ Βάις] (1964) τοποθετεί τον ντε Σαντ να σκηνοθετεί τους τροφίμους του Σαραντόν και οργανώνει έναν αντίλογο ανάμεσα στην επαναστατική βία και την ηδονή της κυριαρχίας. Η παράσταση του Peter Brook [Πήτερ Μπρουκ] με τη Royal Shakespeare Company το 1964 συνδύασε στοιχεία του επικού θεάτρου με στοιχεία του θεάτρου της σκληρότητας, από τη βία και τον εκκωφαντικό ήχο έως την αναρχία που απειλούσε να ξεχυθεί στην πλατεία. Στον ίδιο άξονα κινούνται το Le Balcon [Το μπαλκόνι] (1957) του Jean Genet [Ζαν Ζενέ], όπου ο οίκος ανοχής λειτουργεί ως θέατρο εξουσιαστικών ρόλων, το Quartett [Κουαρτέτο] (1980) του Heiner Müller [Χάινερ Μύλλερ] και το Venus in Fur [Η Αφροδίτη με γούνα] του David Ives [Ντέηβιντ Άιβς] (2010), που μεταφέρει τη μαζοχιστική σύμβαση σε μια ακρόαση ηθοποιού.


Στην τέχνη της επιτέλεσης οι πρακτικές εδραιώθηκαν τη δεκαετία του 1970. Η Μαρίνα Αμπράμοβιτς [Marina Abramović], συχνά με τον Ulay [Ουλάυ], διερεύνησε τα όρια της αντοχής και της ανοχής του κοινού στο Rhythm 0 [Ρυθμός 0] (1974) και στο Lips of Thomas [Τα χείλη του Θωμά] (1975). Ο Chris Burden [Κρις Μπέρντεν], ο Vito Acconci [Βίτο Ακόντσι], η Gina Pane [Τζίνα Πάνε], ο Ron Athey [Ρον Άθι] και το δίδυμο Bob Flanagan [Μπομπ Φλάναγκαν] και Sheree Rose [Σερί Ρόουζ] διαμόρφωσαν δικές τους κωδικοποιήσεις τραυματισμού και τελετουργικής δοκιμασίας. Ο δραστισμός, όπως διαμορφώθηκε στη Βιέννη με κύριο εκπρόσωπο τον Hermann Nitsch [Χέρμαν Νιτς], ακολούθησε συγγενή αλλά διακριτή πορεία: στο Orgien Mysterien Theater [Θέατρο των Οργίων και των Μυστηρίων], το πολυήμερο τελετουργικό ολοτέχνημα που ο καλλιτέχνης σχεδίαζε και πραγμάτωνε επί έξι δεκαετίες, το τραυματισμένο σώμα και τα σφάγια εντάσσονται σε θυσιαστική τελετουργία διονυσιακής καταγωγής, με ζητούμενο την κάθαρση και όχι την ερωτικοποίηση της εξουσίας. Στον χορό, το χοροθεατρικό έργο Blaubart [Κυανοπώγων] της Pina Bausch [Πίνα Μπάους] (1977) εξέθεσε την έμφυλη κυριαρχία ως εξαντλητική σωματική επανάληψη.


Το πολιτικό διακύβευμα των πρακτικών παραμένει κεντρικό. Οι σαδομαζοχιστικές επιτελέσεις καθιστούν ορατές τις σχέσεις κυριαρχίας που διέπουν την κοινωνία, το φύλο και τον θεσμικό λόγο, και τις εκθέτουν ως κατασκευασμένες και αναστρέψιμες. Η εμπλοκή του κοινού υπονομεύει τη θέση του ως αμέτοχου παρατηρητή και το καθιστά συνυπεύθυνο για τη δυναμική που εκτυλίσσεται ενώπιόν του, καταργώντας την ασφαλή απόσταση της θέασης.

Αγγλικά
sadomasochistic practices
Γαλλικά
pratiques sadomasochistes, les
Γερμανικά
BDSM-Praktiken, die
Ιταλικά
pratiche sadomasochistiche, le

Συνώνυμα

πρακτικές BDSM

Σχετικοί όροι

σωματική τέχνη, επιτέλεση αντοχής, θεατρικότητα, ιεροτελεστία μετάβασης, υποκουλτούρα, μεθοριακότητα

Πεδίο εφαρμογής

• Όψις και παραγωγή
• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Υβριδικά είδη [εικαστικές, ψηφιακές, πολυμεσικές και άλλες εκφάνσεις]
• Παραθεατρικά είδη / λαϊκή και νεανική κουλτούρα

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

In Freud's work, masochism was labeled primary or secondary according to its position relative to sadism. Primary masochism described the will to make oneself endure pain, even to the extent of risking death. It was termed primary because it had greater force than the will to cause another person pain, pain that might even include homicide (or so Freud began to claim after his 1920 publication of "Beyond the Pleasure Principle"). Freud linked primary masochism to the death drive, whereas primary sadism had more to do with the survival instinct—the desire, enacted literally or metaphorically, to kill rather than be killed.


Στο έργο του Φρόυντ, ο μαζοχισμός χαρακτηριζόταν ως πρωτογενής ή δευτερογενής ανάλογα με τη θέση του σε σχέση με τον σαδισμό. Ο πρωτογενής μαζοχισμός περιέγραφε τη βούληση να υπομείνει κανείς πόνο, ακόμη και σε βαθμό που να διακινδυνεύει τη ζωή του. Ονομάστηκε πρωτογενής επειδή είχε μεγαλύτερη δύναμη από τη βούληση να προκαλέσει κανείς πόνο σε ένα άλλο άτομο, πόνο που θα μπορούσε ακόμη και να οδηγήσει σε ανθρωποκτονία (ή τουλάχιστον έτσι άρχισε να υποστηρίζει ο Φρόυντ μετά τη δημοσίευση του βιβλίου του «Πέρα από την Αρχή της Ηδονής» το 1920). Ο Φρόυντ συνέδεσε τον πρωτογενή μαζοχισμό με την ενόρμηση θανάτου, ενώ ο πρωτογενής σαδισμός σχετιζόταν περισσότερο με το ένστικτο της αυτοσυντήρησης — την επιθυμία, που επιτελείται κυριολεκτικά ή μεταφορικά, να σκοτώνεις αντί να σε σκοτώνουν.

Το παράθεμα τοποθετεί τις σαδομαζοχιστικές πρακτικές στο φροϋδικό πλαίσιο, όπου ο πρωτογενής μαζοχισμός συνδέεται με την ενόρμηση θανάτου και ο πρωτογενής σαδισμός με την αυτοσυντήρηση. Η θεωρητική αυτή αφετηρία φωτίζει τη λογική της εκούσιας ανάληψης του πόνου, η οποία διακρίνει τις σαδομαζοχιστικές πρακτικές από κάθε μορφή επιβεβλημένης βίας. Στην επιτέλεση η διάκριση αποκτά σκηνική υπόσταση, αφού το σώμα του επιτελεστή και της επιτελέστριας γίνεται ο τόπος όπου η ενόρμηση δοκιμάζεται υπό συνθήκες συναίνεσης.

O'Dell, K. (1998). Contract with the Skin: Masochism, Performance Art, and the 1970s. Minneapolis & London: University of Minnesota Press, σ. 24.

Quote Icon

"[…] BDSM is not about pain. It’s about trust. It’s not about punishment. It’s about letting go. It’s not about being hurt. It’s about finding a place where both partners can be free. […]"


«[...] Οι σαδομαζοχιστικές πρακτικές δεν αφορούν τον πόνο. Αφορούν την εμπιστοσύνη. Δεν αφορούν την τιμωρία. Αφορούν την απελευθέρωση από τον έλεγχο. Δεν αφορούν τον τραυματισμό. Αφορούν την εύρεση ενός τόπου όπου και οι δύο σύντροφοι μπορούν να είναι ελεύθεροι. [...]»

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα The Siren [Η σειρήνα] (2012) της Tiffany Reisz [Τίφφανυ Ράις], όπου οι σαδομαζοχιστικές πρακτικές ορίζονται μέσα από την εμπιστοσύνη και την εκούσια εγκατάλειψη των αντιστάσεων. Το παράθεμα δείχνει τη χρήση του όρου εκτός επιστημονικού πλαισίου και αποτυπώνει τη ρητορική της συναίνεσης όπως διαδόθηκε από τη δημοφιλή λογοτεχνία στο ευρύ κοινό.

Reisz, T. (2012). The siren - The original sinners. Toronto: Harlequin.

Quote Icon

Αυτή η Ωμότητα δεν έχει καμία σχέση ούτε με σαδισμό ούτε με αιματοχυσίες, τουλάχιστον όχι μονοπωλιακά.

Δεν καλλιεργώ κατά σύστημα τη φρίκη. Η λέξη «ωμότητα» είναι ανάγκη να νοηθεί εδώ με την ευρεία έννοια και όχι με το υλικό, φυσικό, αρπακτικό νόημα που συνηθίζουν να της κολλούν. Και κάνοντας αυτό διεκδικώ το δικαίωμα να ξεμακρύνω από το καθημερινό νόημα της γλώσσας, να σπάω μια και καλή την πανοπλία που φυλακίζει τα νοήματα,…

Μπορούμε πολύ καλά να φανταστούμε μια ωμότητα απόλυτη, καθαρή, αποκολλημένη από σαρκικό βασανισμό. Μιλώντας από αφετηρία φιλοσοφική, τι είναι ωμότητα; Κατά τη λογική, ωμότητα σημαίνει άκαμπτη δριμύτητα, ανελέητη πρόθεση και εφαρμογή μέτρου, αμετάβλητη και απόλυτη αποφασιστικότητα.

Ο πλέον πρόσφατος φιλοσοφικός ντετερμινισμός είναι, από την άποψη της ύπαρξής μας, μια από τις παραστάσεις της ωμότητας: […] ένα είδος υψηλότερου ντετερμινισμού στον οποίο υπόκειται και ο ίδιος ο δήμιος-βασανιστής, και τον οποίο (ο ασκών την ωμότητα) οφείλει να είναι αποφασισμένος να αντέξει, όταν θα έρθει η σειρά του.

Απόσπασμα από την Πρώτη Επιστολή (Παρίσι, 13 Σεπτεμβρίου 1932) του Antonin Artaud με θέμα την ωμότητα. Ο Artaud αποσυνδέει ρητά την ωμότητα από τη σαρκική βία και την ορίζει ως άκαμπτη αναγκαιότητα, ως αυστηρότητα που δεσμεύει και τον ίδιο τον ασκούντα. Η αποσαφήνιση αυτή είναι καθοριστική για τις σαδομαζοχιστικές πρακτικές στις παραστατικές τέχνες, καθώς δείχνει ότι η σκηνική σκληρότητα οργανώνεται ως δομή και ως πειθαρχία, όχι ως πρόκληση πόνου. Έτσι το κείμενο του Artaud λειτουργεί ως θεωρητικό υπόβαθρο της τελετουργικής δοκιμασίας επί σκηνής και όχι ως απολογία της αιματοχυσίας.

Αρτώ, Α. (1992). Το θέατρο και το είδωλό του (Π. Μάτεσις, μετ.) Αθήνα-Γιάννινα: Δωδώνη, σ. 113-114

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Chris Burden [Κρις Μπέρντεν], Shoot [Πυροβολισμός], 19 Νοεμβρίου 1971, F Space, Σάντα Άνα…

Frankie Goes to Hollywood [Φράνκι γκόουζ του Χόλυγουντ], "Relax" ["Χαλάρωσε"], 1984, σε σκηνοθεσία Bernard Rose…

Nine Inch Nails [Νάιν Ιντς Νέιλς], "Closer" ["Πιο κοντά"], 1994, σε σκηνοθεσία Mark Romanek [Μαρκ…

Προωθητικό βίντεο της οπερατικής επιτέλεσης Sancta [Αγία] της Florentina Holzinger [Φλορεντίνα Χόλτσινγκερ], Staatsoper…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Σχέδιο από προσωπικό επιστολόχαρτο του Leopold von Sacher-Masoch [Λέοπολντ φον Ζάχερ-Μάζοχ], επιστολή της 22ας Οκτωβρίου…

Vito Acconci [Βίτο Ακόντσι], Trademarks [Σήματα κατατεθέντα], 1970. Ο καλλιτέχνης δάγκωνε όσα σημεία…

Μαρίνα Αμπράμοβιτς [Marina Abramović], Rhythm 0 [Ρυθμός 0], 1974, Studio Morra, Νάπολη. Επί…

Robert Mapplethorpe [Ρόμπερτ Μάπλθορπ], Brian Ridley and Lyle Heeter, 1979. Το ζεύγος φωτογραφίζεται με…

Στιγμιότυπο από την παράσταση The Persecution and Assassination of Jean-Paul Marat as Performed by the…

Paul Chan [Πωλ Τσαν], Sade for Sade's Sake [Ο Σαντ χάριν του Σαντ],…

Στιγμιότυπο από τη δεύτερη πράξη της όπερας Parsifal [Πάρσιφαλ] του Richard Wagner [Ρίχαρντ…

Ron Athey [Ρον Άθι], Messianic Remains [Μεσσιανικά λείψανα], 2014, Mana Contemporary, Σικάγο. Ο…

βασική

Airaksinen, T. (2019). Sadomasochistic Desire. Στο Vagaries of Desire: A Collection of Philosophical Essays (σσ. 173–188). Leiden & Boston: Brill Rodopi.

Deleuze, G. (1991). Masochism: Coldness and Cruelty (J. McNeil, μτφ.). New York: Zone Books.

Englund, A. (2020). Deviant Opera: Sex, Power, and Perversion on Stage. Oakland, CA: University of California Press.

Jones, A. (1998). Body Art / Performing the Subject. Minneapolis: University of Minnesota Press.

Miller, S. (2022). BDSM. Στο R. Halwani, J. M. Held, N. McKeever & A. Soble (επιμ.), The Philosophy of Sex: Contemporary Readings (8η έκδ., σσ. 507–524). Lanham, MD: Rowman & Littlefield.

O'Dell, K. (1998). Contract with the Skin: Masochism, Performance Art, and the 1970s. Minneapolis & London: University of Minnesota Press.

Tupper, P. (2018). A Lover's Pinch: A Cultural History of Sadomasochism. Lanham, MD: Rowman & Littlefield.

Vergine, L. (2000). Body Art and Performance: The Body as Language. Milano: Skira.

Weiss, M. D. (2011). Techniques of Pleasure: BDSM and the Circuits of Sexuality. Durham, NC: Duke University Press.

Φουκώ, Μ. (2009). Μαρκήσιος ντε Σαντ. Ο λοχίας του σεξ [Sade, sergent du sexe, 1975] (Κ. Δεσποινιάδης, μετ.). Πανοπτικόν, 12.

συμπληρωματική

Chancer, L. S. (1992). Sadomasochism in Everyday Life: The Dynamics of Power and Powerlessness. New Brunswick, NJ: Rutgers University Press.

Farrier, S. & Campbell, A. (2016). Queer Dramaturgies: International Perspectives on Where Performance Leads Queer. London: Palgrave Macmillan.

Foucault, M. (1978). The History of Sexuality, Volume 1: An Introduction (R. Hurley, μτφ.). New York: Pantheon Books.

Freud, S. (1924). Das ökonomische Problem des Masochismus [Τὸ οἰκονομικὸ πρόβλημα τοῦ μαζοχισμοῦ]. Internationale Zeitschrift für Psychoanalyse, 10(2), σσ. 121–133.

Krafft-Ebing, R. von (1886). Psychopathia Sexualis. Stuttgart: Enke.

Omasta, M. & Chappell, D. (2015). Play, Performance, and Identity: How Institutions Structure Ludic Spaces. London & New York: Routledge.

Rubin, G. (1984). Thinking Sex: Notes for a Radical Theory of the Politics of Sexuality. Στο C. S. Vance (επιμ.), Pleasure and Danger: Exploring Female Sexuality (σσ. 267–319). Boston: Routledge & Kegan Paul.

Shea, M. (2024). Tragic Resistance: Feminist Agency in Performance. London & New York: Routledge.

Thompson, B. (1994). Sadomasochism: Painful Perversion or Pleasurable Play? London: Cassell.

Weiss, M. D. (2006α). Working at Play: BDSM Sexuality in the San Francisco Bay Area. Anthropologica, 48(2), σσ. 229–245.

Weiss, M. D. (2006β). Mainstreaming Kink: The Politics of BDSM Representation in U.S. Popular Media. Στο P. J. Kleinplatz & C. Moser (επιμ.), Sadomasochism: Powerful Pleasures (σσ. 103–130). New York: Harrington Park Press. [Ταυτόχρονη δημοσίευση: Journal of Homosexuality, 50(2/3).]

Weiss, P. (1965). Die Verfolgung und Ermordung Jean Paul Marats, dargestellt durch die Schauspielgruppe des Hospizes zu Charenton unter Anleitung des Herrn de Sade [Μαρά/Σαντ]. Frankfurt am Main: Suhrkamp.

Αποστολέλλη, Α. & Χαλκιά, Α. (επιμ.) (2012). Σώμα, φύλο, σεξουαλικότητα: ΛΟΑΤΚ πολιτικές στην Ελλάδα. Αθήνα: Πλέθρον.

Φουκώ, Μ. (2008). Το μάτι της εξουσίας (Τ. Μπέτζελος, μετ.). Θεσσαλονίκη: Βάνιας.

Χαλκιδης Π./Χαλκιδου Α. (2010). Αρσενικότητες σε θέσεις υποταγής. Ένεκεν, 18. enekenperiodiko.blogspot.com...

Χαλκίδης, Π./Χαλκίδου, A. (2015 ). BDSM πρακτικές, κοινωνικότητες, σεξουαλικότητες: Ανθρωπολογικές προσεγγίσεις. Διδακτορική διατριβή. Μυτιλήνη: Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. σαδομαζοχιστικές πρακτικές. Ανακτήθηκε από https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/σαδομαζοχιστικές πρακτικές

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «σαδομαζοχιστικές πρακτικές». Ανακτήθηκε 30 September 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/σαδομαζοχιστικές πρακτικές.

MLA

«σαδομαζοχιστικές πρακτικές». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 30 September 2026, https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/σαδομαζοχιστικές πρακτικές.

1326